Η πολιορκία των αντιθέσεων μου
Σκορπίζω και
σκορπίζομαι. Τρέφομαι και σε τρέφω, σάρκα από τη σάρκα μου, αγέννητο πλάσμα
αιώνιο, διαχρονικό κι εφήμερο, αληθινό και ψεύτικο, γνώριμο μα ξένο. Γαντζώσου πάνω μου, σκίσε μου τις σάρκες και
πάρε ζωή από τη ζωή μου.Καθώς θα βουλιάζω σε έναν βυθό απύθμενο κι ονειρικό.
Η μέρα κατασπαράζεται λαίμαργα από τα σουβλερά
δόντια της νύχτας. Αναίμακτα. Αδυσώπητη σιωπή ουρλιάζεις τη θλίψη σου χωρίς οίκτο, μια μελωδία βασανισμένη ,σκουριασμένη,
ακατέργαστη. Ο χρόνος αφήνει πάντα τα σημάδια του..
Με κούρασες. Με
άδειασες. Με ταπείνωσες και ξαναγεννήθηκες από τις δικές μου στάχτες.
Ζωοδόχε πηγή, στεγνή
κατάξερη με άφησες , με στέρεψες. Ρούφηξες
με μανία κάθε μου σκέψη κάθε μου λέξη πριν προλάβω να την ξεστομίσω. Μου την έχεις ήδη
κλέψει.. Γεννήθηκα για να πεθάνω. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια. Ήθελα μόνο να ζήσω. Αυτή
είναι η δική μου αλήθεια..
Αδιάφορη και μακρινή
η αλήθεια μου ζει κάπου βαθιά μέσα μου. Ξεχασμένη στους αιώνες. Το ξέρω ότι με
αγαπάς. Με όλη σου την ψυχή. Μόνο που η ψυχή σου, δε σου ανήκει.. Καιρό τώρα
σέρνεις μόνο το κουφάρι σου, φασκιωμένος ,τυλιγμένος σε επτά πέπλα, έτοιμος να
χορέψεις και να με μαγέψεις. Να με πλανέψεις. κι εγώ θα σου το δώσω. Αυτό που ποθείς.. Αρκεί
να το ζητήσεις.
Έγινες ό,τι ονειρεύτηκες, αυτό που πιο πολύ λαχτάρισε η
καρδιά σου, ένα τίποτα.. Πως θα μπορούσες να ονειρευτείς κάτι περισσότερο; Η
καρδιά σου σταμάτησε από καιρό να χτυπά από διακριτικότητα. Και στα λέω όλα
αυτά ξεδιάντροπα και με μια δόση
υπερβολής γιατί έτσι με έχεις συνηθίσει. Εγώ
κι εσύ δεν είμαστε δύο. Πως θα μπορούσε να είναι τόσο απλό; Εγώ κι εσύ είμαστε
πολλά περισσότερα. Εγώ κι εσύ είμαστε ένα. Ένα ολόκληρο. Ανολοκλήρωτο όσο ποτέ.
Πως να με καταλάβεις όταν δεν καταλαβαίνεις την ομορφιά σε
ένα βατράχι καταπράσινο και γλιτσερό. Πως δεν ακούς την μουσική όταν κοάζει; Πως
να σου εξηγήσω ότι σε μισώ τόσο δυνατά και συνειδητά όσο σε αγαπώ;
Η ασχήμια σου ξαφνικά ομόρφηνε τη σπηλιά όπου κρύφτηκε ο
ουρανός. Η λάμψη σου κατάπιε τα αστέρια
και βυθίστηκες στην πιο σκοτεινή οπή για να μη σε βρώ ποτέ και να μη με
ξαναδείς. Να χαθούμε για πάντα.
Μάταιος κόπος. Φύτρωσες εκεί που δεν σε έσπειραν ποτέ, αναδύθηκες στεφανωμένος κρίνους, καταματωμένος, καταταλαιπωρημένος,
γερασμένος και ανυποψίαστος έτοιμος για το νέο σου ξεκίνημα. Σάρκα από τη σάρκα
μου, πνοή μου.. Γιε μου και πατέρα. Είσαι ο μονάκριβός μου αδερφός. Ο
συνοδοιπόρος μου στο μάταιο και ύψιστο ταξίδι της ζωής. Είσαι εγώ.
Ζωή Αλεξούλη
Fascinating!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή